ανεμόμυλος

[анэмомилос] ουσ. а ветряная мельница,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανεμόμυλος" в других словарях:

  • ανεμόμυλος — I Ιστορική τοποθεσία στο Μεσολόγγι. Κατά την Έξοδο κατέφυγε εκεί ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ μαζί με άλλους επτά άντρες. Αμύνθηκαν ηρωικά για δύο ημέρες, αλλά μπροστά στην αναπόφευκτη πτώση του Α. ο Ιωσήφ έβαλε φωτιά στο μπαρούτι και ανατινάχτηκαν… …   Dictionary of Greek

  • ανεμόμυλος — ο μύλος που τα φτερά του κινούνται από τον αέρα: Οι ανεμόμυλοι ήταν οι πρώτες αλεστικές μηχανές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ενέργεια — Ο ορισμός της ε. είναι καρπός μακράς μελέτης και προσπαθειών, οι οποίες εξέτειναν και διεύρυναν την έννοιά της, ώστε να περιλάβει και να πλαισιώσει πλήθος φαινομένων. Σε μια πρώτη προσέγγιση, η ε. μπορεί να οριστεί ως η ικανότητα ενός συστήματος… …   Dictionary of Greek

  • μύλος — Μηχάνημα για το άλεσμα, τον τεμαχισμό και την κονιορτοποίηση στερεών ουσιών. Οι μ. είναι διάφορων ειδών και διάφορων χρήσεων, ανάλογα με τον τύπο του υλικού που πρόκειται να κατεργαστούν· χρησιμοποιούνται για το άλεσμα ορυκτών ή τη θραύση των… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο Μυκόνου (Αγροτομουσείο) — Το Αγροτομουσείο της Μυκόνου, με επίκεντρο το Μύλο του Μπόνη, ο οποίος είναι ένα από τα γνωστότερα και περισσότερο φωτογραφημένα ιστορικά μνημεία της Μυκόνου, λειτουργεί ως παράρτημα του Λαογραφικού Μουσείου, καταλαμβάνοντας μία έκταση δύο… …   Dictionary of Greek

  • Μύλοι — Ονομασία δεκατριών οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 270 μ., 39 κάτ.) του νομού Ρεθύμνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ρεθύμνης. 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 500 μ., 426 κάτ.) του νομού Φθιώτιδας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πελασγίας. 3.… …   Dictionary of Greek

  • άνεμος — ο (AM ἄνεμος) 1. ρεύμα αέρα που προκαλείται απο φυσικά αίτια, βίαιη μετακίνηση του αέρα προς μια κατεύθυνση 2. μτφ. άσκοπη ασχολία, ματαιοπονία, ματαιότητα μσν. νεοελλ. (κατ’ ευφημισμό) διάβολος, δαίμονας νεοελλ. φρ. «πάει κατ’ ανέμου» ή «πάει τ’ …   Dictionary of Greek

  • αερόμυλος — ο ο ανεμόμυλος* …   Dictionary of Greek

  • βόλος — I Πόλη (82.439 κάτ.) της Θεσσαλίας, στον μυχό του Παγασητικού κόλπου, πρωτεύουσα του νομού Μαγνησίας και έδρα του ομώνυμου δήμου. Το πολεοδομικό συγκρότημα Β. είναι το έκτο της Ελλάδας σε πληθυσμό μετά τα πολεοδομικά συγκροτήματα της πρωτεύουσας …   Dictionary of Greek

  • ονόμυλος — ὀνόμυλος, ὁ (Μ) μύλος που λειτουργεί με την βοήθεια όνου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄνος + μύλος (πρβλ. ανεμόμυλος)] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.